βροτήσιος

βροτήσιος, α, ον, = foreg.,
A

ἔργα Hes.Op.773

;

ἀνήρ Pi.P.5.3

;

δέμας Id.Pae.6.79

;

μορφή E.Ba.4

, Or.271;

φθογγή Lyc.1321

: in late Prose,

β. γένος PMasp.151.18

(vi A. D.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βροτήσιος — α, ον (Α) ο βρότειος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βροτός + ήσιος (πρβλ. φιλοτήσιος)] …   Dictionary of Greek

  • βροτήσιος — βρότειος mortal masc nom sg βροτήσιος masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτησίων — βρότειος mortal fem gen pl βρότειος mortal masc/neut gen pl βροτήσιος fem gen pl βροτήσιος masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ήσιος — κατάληξη επιθέτων τής αρχαίας μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής. Στην Αρχαία η κατάλ. ήσιος εμφανίζεται, κυρίως, αφ ενός μεν σε θέματα με χαρακτήρα οδοντικό (πρβλ. βιοτήσιος, φιλοτήσιος κ.ά.), αφ ετέρου δε σε επίθετα που έχουν χρονική σημασία (πρβλ …   Dictionary of Greek

  • βροτός — βροτός, όν (AM) ως ουσ. θνητός, άνθρωπος (σε αντίθεση με τους αθανάτους ή τον θεό) αρχ. ως επίθ. «βροτός ανήρ» άνθρωπος θνητός και όχι θεός. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. απαντά ήδη στον Όμηρο (πρβλ. και άμβροτος). Πρόκειται για αιολικό τ. αντί του *βρατός <… …   Dictionary of Greek

  • διπλάσιος — α, ο (AM διπλάσιος, α, ον Α και διπλήσιος, α, ον) 1. ο δύο φορές μεγαλύτερος ή περισσότερος 2. το ουδ. ως ουσ. το διπλάσιο ποσό ή αξία δύο φορές μεγαλύτερη. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < *δίπλατος + ιος (πρβλ. αμβρόσιος < άμβροτος, διφάσιος < δίφατος) …   Dictionary of Greek

  • βροτησίαι — βροτησίᾱͅ , βρότειος mortal fem dat sg (attic doric aeolic) βροτησίᾱͅ , βροτήσιος fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτησίαις — βρότειος mortal fem dat pl βροτήσιος fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτησίαν — βροτησίᾱν , βρότειος mortal fem acc sg (attic doric aeolic) βροτησίᾱν , βροτήσιος fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτησίοις — βρότειος mortal masc/neut dat pl βροτήσιος masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βροτησίου — βρότειος mortal masc/neut gen sg βροτήσιος masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.